γρύλος

ο
1. το τριζόνι: Τις νύχτες στο νησί ακούγαμε το τραγούδι του γρύλου.
2. είδος μοχλού για την ανύψωση των τροχών του αυτοκινήτου.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρῦλος — pig masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλος — I (gryllus).Κοινή ονομασία για διάφορα είδη πηδητικών ορθοπτέρων πτηνών, της οικογένειας των γρυλιδών. Ο γ. ο αγροτικός,διαδεδομένος στη δυτική Ασία, σε όλη την Ευρώπη και στη βόρεια Αφρική, είναι μαύρος, στιλπνός, με σκούρα έλυτρα και σκάβει στο …   Dictionary of Greek

  • γρύλος — [филос] ουσ. а сверчок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γρῦλον — γρῦλος pig masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλον — Γρύλος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλου — Γρύλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλων — Γρύλος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γρύλῳ — Γρύλος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύλλος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους συντρόφους του Οδυσσέα, που μεταμορφώθηκε σε χοίρο από την Κίρκη και αρνήθηκε έπειτα να επιστρέψει στην ανθρώπινη μορφή του. II Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ο πατέρας του Αθηναίου ιστορικού Ξενοφώντα (4ος αι. π …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.